-Βίοι Αγίων

Ο Άγιος Ιωάννης ο Λαμπαδιστής (4 Οκτωβρίου)

Έζησε τον 10ο αιώνα μ.Χ., την εποχή που ο δοξασμένος αυτοκράτορας Νικηφόρος Β’ ό Φωκάς Μερικοί υποθέτουν πώς πρόκειται περί του Νικηφόρου του Γ’, που έζησε τον 11ο αιώνα μ.Χ. κι όχι του Β’, που αναγράφουμε. (963-969) είχε απαλλάξει την Κύπρο μας από τον απαίσιο ζυγό των Αράβων και την είχε κάμει επαρχία της μεγάλης μας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Γεννήθηκε στην εύανδρη Λαμπαδιστό, στο χωριό που γεννήθηκε κι ο άγιος Ηρακλείδιος και που βρισκόταν, όπως είπαμε κι άλλου, κοντά στην περιοχή του χωρίου Μιτσερό, όπου αποκαλύφθηκαν και τα ερείπια του.

Ο Ιωάννης για την οικογένεια του υπήρξε δώρο της γεροντικής των ηλικίας. Οι γονείς του Κυριάκος ιερέας και Άννα πρεσβυτέρα ήταν άνθρωποι πολύ ευσεβείς και πλούσιοι. Ο Ιωάννης ήταν το μονάκριβο παιδί τους. Κι αυτό το απέκτησαν υστέρα από θερμές κι εγκάρδιες προς τον Κύριο προσευχές. Γι’ αυτό και τον αγαπούσαν πολύ κι από μικρό τον ανέθρεψαν με το γάλα της αυστηρής χριστιανικής πίστεως. Στη μελέτη και την εκμάθηση των ιερών γραμμάτων ό Ιωάννης ξεπερνούσε όλους τους συνομηλίκους του. Όλοι θαύμαζαν την εξυπνάδα, αλλά και τη φιλομάθεια του. Η παιδική κι ή εφηβική ηλικία του Λαμπαδιστή ήταν μια ζωή αληθινά πρότυπη. Ο Ιωάννης νέος, ωραίος, ψηλός, με μάτια γαλανά σαν τον ουρανό δεν μάθαινε μόνο τα ιερά γράμματα. Τα ζούσε. Ή ζωή του συγκρατημένη και αυτοκυριαρχούμενη είχε σαν οδηγό το Πανάγιο Πνεύμα το όποιο λες κι αγαπούσε να μένει και να επαναπαύεται στην αγνή ψυχή του. Δίκαια, λοιπόν, ο άγιος Θεός τον δόξασε από τούτη την ηλικία.

Κάποια μέρα που ο νεαρός Ιωάννης έκοψε ένα τσαμπί ώριμο σταφύλι και το ‘φερε στο σπίτι πριν από τις 6 Αυγούστου — που οι χριστιανοί συνήθιζαν να παίρνουν σταφύλια στην εκκλησία, για να διαβάζονται κι ύστερα να τα τρώνε -, τιμωρήθηκε από τον ευλαβή και τυπικό ιερέα πατέρα του με μια αυστηρή παρατήρηση κι ένα ράπισμα. Ό Ιωάννης, που έκοψε το σταφύλι όχι για να το φάει, άλλα για να δείξει στον πατέρα τη θεϊκή ευλογία με την άφθονη καρποφορία, δέχτηκε την τιμωρία αδιαμαρτύρητα. Ύστερα αφού προσευχήθηκε θερμά, και με δάκρυα, πήγε κι έβαλε το τσαμπί στο μέρος από το όποίο το έκοψε. Και το θαύμα έγινε. Το τσαμπί κόλλησε στην κληματόβεργα, ωσάν να μη κόπηκε ποτέ. Έτσι τιμά ο Θεός εκείνους που τον σέβονται και τον αγαπούν.

Όταν ο Ιωάννης έγινε 18 χρόνων, οι γονείς του, που δεν κατάλαβαν ακόμη τους ανώτερους κι ευγενέστερους εσωτερικούς πόθους του παιδιού τους, τον πίεσαν να μνηστευθεί μια πλούσια κόρη. Ή επιθυμία τους να δουν το οικογενειακό τους δένδρο να συνεχίζεται τους έκαμε να λησμονήσουν το τάμα τους. Το τάμα που έκαμαν, ν’ αφιερώσουν το παιδί τους στον Θεό. Ή απαίτηση των γονιών να τον μνηστεύσουν, μα κι ό αγνός πόθος του νέου να ασκητέψει και να ζήσει μια ζωή τέλειας αφιέρωσης δημιούργησαν στην ψυχή του μια σύγκρουση. Κουρασμένος και στενοχωρημένος ό νέος από την πάλη που διεξαγόταν στην καρδιά του κατέφυγε στην προσευχή. Γονάτισε και με πόνο ψυχής ζήτησε τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Ξαφνικά, τη στιγμή που γονατιστός παρακαλούσε να του φανερώσει ό Θεός το θέλημα του, άκουσε μια φωνή μέσα του να του λέει:

«Ό φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ εστί μου άξιος· και ο φιλών υίόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ εστί μου άξιος· και ός ού λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ εστί μου άξιος». (Ματθ. Γ, 37-38). Δηλαδή εκείνος που αγαπά τον πατέρα ή τη μητέρα του πιο πολύ από μένα, αυτός δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. Και εκείνος που αγαπά τον γιο του ή την κόρη του πιο πολύ από μένα, κι αυτός πάλι δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. Μα κι όποιος δεν παίρνει σταθερή την απόφαση να υποστεί κάθε ταλαιπωρία κι αυτόν ακόμη τον σταυρικό θάνατο για την πίστη του σε μένα και δεν με ακολουθεί σαν αρχηγό κι υπόδειγμα του, κι αυτός δεν είναι άξιος για μένα.

Ύστερα από τα λόγια της φωνής ο Ιωάννης σηκώθηκε κι έτρεξε στην κόρη. Με ειλικρίνεια κι αγάπη της φανέρωσε τον πόθο του. Τον πόθο να ζήσει παρθενική ζωή. Αφού της ανακοίνωσε την επιθυμία του, πρότεινε το ίδιο και σ’ αυτήν. Ή κόρη όμως δεν δέχθηκε κι έτσι ή μνηστεία διαλύθηκε. Οι γονείς της κόρης, που θεώρησαν το πράγμα προσβολή, θέλησαν να εκδικηθούν. Μια σατανοκίνητη ψυχή, ένας μάγος, προσφέρθηκε να τους βοηθήσει. Χωρίς να φανερώσουν τις διαθέσεις τους και προσποιούμενοι τους φίλους κάλεσαν τον Ιωάννη σε γεύμα μαζί με τον πατέρα του. Στο φαγητό, που παρέθεσαν στον νέο, έβαλαν κάποιο δηλητήριο.

Στα μεταλλεία της περιοχής είναι γνωστό το δηλητήριο τούτο και σήμερα. Όταν φάγει κανείς λίγο απ’ το φαΐ, που παρασκευάζεται με το είδος αυτό, χάνει το φως του. Αν φάγει περισσότερο, πεθαίνει. Ό Ιωάννης, νέος, εγκρατής, έφαγε μόνο λίγο από το φαγητό με αποτέλεσμα να τυφλωθεί. Τα γαλανά του μάτια μέσα στα οποία καθρεφτιζόταν ή καλοσύνη κι ή απλότητα της αγνής καρδίας του, σκοτείνιασαν για πάντα. Έχασαν το γλυκύ και ζωογόνο φως. Ό Ιωάννης με υπομονή και καρτερία αληθινά χριστιανική δέχθηκε τη δοκιμασία. Γνωρίζει ο θεοφώτιστος νέος πώς «χριστιανός χωρίς τη φωτιά της καρδιάς, είναι φανάρι χωρίς φως, κορμί χωρίς ψυχή. Ή καρδιά του άνθρωπου δεν καθαρίζεται, αν δεν πονέσει κι αν δεν κλάψει. Σε καρδιά που δεν πόνεσε, δεν μπαίνει ό Χριστός». Τα γνωρίζει αυτά κι υπομένει. Και προσεύχεται. Κι ειρηνικά σηκώνει τον σταυρό της δοκιμασίας και δοξολογεί τον Θεό.

Πέρασαν ακόμη μερικές μέρες. Αφού ο Ιωάννης συγχώρησε και πάλι όλους όσους τον έβλαψαν, πήρε τον πιστό του υπηρέτη, που είχε κι αυτός το όνομα Ιωάννης, κι έφυγαν για τη Μαραθάσα. Εκεί, απέναντι από τον Καλοπαναγιώτη και στο μέρος όπου οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος είχαν βαπτίσει κατά μια παράδοση τον άγιο Ηρακλείδιο, ήταν ή μονή του αγίου Ηρακλειδίου. Σ’ αυτήν έφτιαξε ο Ιωάννης το ασκητήριό του. Τέσσερα χρόνια έζησε στο μέρος αυτό προσευχόμενος και διδάσκοντας τόσο με τα λόγια, όσο και με το παράδειγμα του το θέλημα του θεού. Πολλά θαύματα έκαμε, όταν ήταν ακόμη στη ζωή. Ένα είναι και τούτο:

Μια μέρα ο πολυδοκιμασμένος νέος πήρε τον πιστό του υπηρέτη και βγήκε μαζί του περίπατο. Στο μέρος όπου έφτασαν δεν είχε νερό κι ή ζέστη ήταν αφόρητη. Ό υπηρέτης, που καιόταν κυριολεκτικά από τη δίψα, έτρεξε πάνω-κάτω αλλά πουθενά δεν βρήκε νερό. Απογοητευμένος κάθησε κάπου ζαλισμένος και μισολιπόθυμος. Ό Ιερός Λαμπαδιστής στον όποιο ό υπηρέτης φανέρωσε την κατάσταση του σηκώθηκε και γονάτισε. Σήκωσε τα μάτια, σταύρωσε τα χέρια και με θέρμη απήγγειλε μια προσευχή. Ύστερα άπλωσε τα χέρια και κτύπησε τον διπλανό βράχο. Δοξασμένος να ‘ναι ο Κύριος στους αιώνες. Το θαύμα του Μωϋση στην έρημο επαναλήφθηκε. Ό βράχος άνοιξε κι εδώ. Και μια δροσερή πηγή κρυστάλλινου νερού ανέβλυσε από τον βράχο. Ό πιστός υπηρέτης σώθηκε. Και μαζί μ’ αυτόν χιλιάδες διψασμένοι ξεδίψασαν έκτοτε από το γάργαρο νερό της, που στέκει ως τα σήμερα κι είναι γνωστό σαν άγιασμα του Λαμπαδιστή. Στέκει και διαλαλεί και θα διαλαλεί στους αιώνες το έλεος του Θεού σ’ εκείνους, που με την πίστη επικαλούνται τη Χάρη του.

Τρεις μέρες προτού να πεθάνει ό μακάριος ασκητής ανέκτησε και πάλι το φως του. Κι είδε τότε τρεις αετούς χρυσόπτερους να πετάνε γύρω του. Ήταν ή επίσκεψη του Τριαδικού Θεού υπό τη μορφή των τριών αετών που τον καλούσε κοντά του. Και πραγματικά! Στις 4 του Οκτώβρη ή αγία ψυχή του πέταξε στον ουρανό. Άφησε τον κόσμο τούτο σε ηλικία 22 χρόνων. Οι γονείς του μαζί με τους μοναχούς της μονής έθαψαν το άγιο σκήνωμα του στην εκκλησία του αγίου Ήρακλειδίου. Κι έκτισαν εδώ άλλο ναό στο όνομα του παιδιού τους – τέλη του 10ου και αρχές του 11ου αιώνα – που περιέκλεισε τον τάφο με το άγιο λείψανο του Λαμπαδιστή.

Πολλά θαύματα έκαμε ό άγιος όσο καιρό ζούσε. Προ παντός θεραπείες δαιμονιζομένων. Ό χρονικογράφος της Κύπρου Λεόντιος Μαχαιράς γράφει γι’ αυτόν στο χρονικό του: «Και ο Μέγας Ιωάννης ό Λαμπαδιστής εις την Μαραθάσαν όπου διώχνει τα δαιμόνια». Ή θαυματουργική χάρη του αγίου συνεχίζεται πλούσια και σήμερα, σε όσους με πίστη κι ευλάβεια ζητούν τη χάρη του. Θα αναφέρουμε εδώ ακόμη ένα θαύμα. Το διηγείται ένας πολύ αξιόπιστος κάτοικος από την Αμμόχωστο.

Βρισκόταν τότε στον Καλοπαναγιώτη το 1950. Πήγε εκεί για λουτροθεραπεία. Μια μικρή πληγή πούχε στο κορμί του μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Πυορροούσε συνέχεια και δεν φαινόταν πουθενά ελπίδα να κλείσει και να θεραπευτεί. Οι γιατροί πηγαινοερχόντουσαν χωρίς αποτέλεσμα. Ό ιδιαίτερος γιατρός του βέβαιος για το σύντομο τέλος του πελάτη του, κάλεσε και ιατροσυμβούλιο, για να κατοχυρώσει τη θεραπεία που έκαμνε. Μετά από προσεκτική και πλατιά συζήτηση συμφώνησαν όλοι στη θεραπευτική αγωγή, μα και στον κίνδυνο, τον μεγάλο κίνδυνο τον όποιο περνούσε. Όταν το ιατροσυνέδριο τέλειωσε, κοινή ήταν ή διαπίστωση όλων, πώς το πρωί της άλλης μέρας δεν θα έβρισκαν τον άρρωστο ζωντανό. Αν και οι γιατροί τίποτα δεν αποκάλυψαν σ’ αυτόν, ό άρρωστος κατάλαβε ότι ή θέση του δεν ήταν καλή. Για μια στιγμή το θάρρος του κλονίστηκε. Ή πίστη του όμως στον Θεό έμεινε σταθερή. Έκλεισε με πόνο τα σωματικά του μάτια και με ψυχή «συντετριμμένην και τεταπεινωμένην», μουρμούρισε:

— Άγιε μου Ιωάννη, λυπήσου με. Λυπήσου την οικογένεια μου και κάνε
με καλά. Δώσε μου την υγεία μου και να κάνω τη γιορτή σου, όσο ζω.

Την προσευχή του – κραυγή – επανέλαβε αρκετές φορές. Ξαφνικά εκεί που προσευχόταν, ένα φως, ιλαρό φως γέμισε το δωμάτιο του και μια μορφή υπέροχη, αγγελική, του Λαμπαδιστή ή γλυκιά κι ουράνια μορφή, στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι του.

— Μη φοβάσαι, καλέ μου άνθρωπε. Πίστευε μόνο στον Θεό. Οι γιατροί σου βέβαια γνωμάτευσαν πώς θα πεθάνεις. Όχι όμως κι ο Θεός.

Κι αγγίζοντας με το άγιο χέρι του την πληγή πρόσθεσε:

– Να! Με τη χάρη του Χριστού ή αγιάτρευτη πληγή σου θεραπεύεται.

Ό άρρωστος άνοιξε τα μάτια. Έμεινε ακίνητος για λίγα λεπτά. Ήταν καταϊδρωμένος. Συνήλθε όμως γρήγορα κι ένοιωθε ότι είχε γιατρευτεί. Σηκώθηκε από το στρώμα και κάθισε. Με το τρεμάμενο χέρι αφήρεσε τους επιδέσμους. Ή πληγή είχε εξαφανιστεί. Θεραπεύτηκε. Ό άρρωστος πετάχτηκε κάτω από το στρώμα. Γονάτισε. Και με την καρδιά ξέχειλη από ευγνωμοσύνη δόξασε τον Θεό κι ευχαρίστησε τον γιατρό του, τον ιερό Λαμπαδιστή. Τα πολλά θαύματα που γινόντουσαν στο μέρος αυτό, αποκατέστησαν με τον καιρό τη δόξα της μονής του αγίου Ηρακλειδίου, που είναι σήμερα γνωστή σαν μονή του Ιωάννη του Λαμπαδιστή.

Καρπός πίστεως και δώρο του Θεού, όπως είδαμε υπήρξε ο όσιος για τους γονείς του. Γεννήθηκε κι ανατράφηκε σ’ ένα περιβάλλον αληθινής χριστιανικής ευσέβειας. Μα και διακρίθηκε σε οσιότητα βίου κι αρετή. Ή οικογένεια έγινε γ’ αυτόν εργαστήριο αγιότητος. Στην οικογένεια μας οφείλουμε κι εμείς ό, τι είμαστε. Στ’ αλήθεια! Μεγάλο δίκαιο είχε ο άγιος Γρηγόριος ό Νύσσης να γράφει: «Από της εστίας ή χάρις. Ενταύθα το των αγαθών εργαστήριον». Ευτυχισμένοι όλοι εκείνοι που αγωνίζονται και φροντίζουν να γίνει ή οικογένεια τους «των αγαθών έργαστήριον».

Απολυτίκιο Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης…

Της Λαμπάδος το κλέος και Κυπρίων αγλάϊσμα και θαυματουργός όντως ώφθης, Ιωάννη Πατήρ ημών Όσιε. Νηστεία κατατήξας της σαρκός, άλόγους ενθυμήσεις πανσθενώς, όθεν χάριν ίαμάτων εξ ουρανού εδέξω, θεόπνευστε. Δόξα τω δεδωκότι σοι ίσχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι δόξα τω ένεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

ΠΗΓΗ

 

About the author

Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης