Βίοι Αγίων Επιστήμες θεολογία-επιστήμες

Ο κανόνας του Αγίου Ανδρέου Κρήτης για τον Άγιο Γεώργιο.

Χαράλαμπος: Θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου στον ομότιμο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μέλος της Επιτροπής Βιοηθικής της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος κ.Γεώργιο Μαντζαρίδη, που μου έκανε την τιμή να μου παραχωρήσει το άρθρο του με τίτλο »Ο κανόνας του Αγίου Ανδρέου Κρήτης για τον Άγιο Γεώργιο».

Ἕνας ἀπό τούς παλαιότερους καί γλαφυρότερους Κανόνες, πού συντάχθηκαν γιά τόν ἅγιο Γεώργιο τόν Τροπαιοφόρο, εἶναι καί ὁ Κανόνας τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνέτα­ξε, ὅπως εἶναι γνω­στό, πολλά πεζά καί ποιητικά ἔργα, ἀνάμεσα στά ὁποῖα καί τόν περι­σπούδαστο Μεγάλο Κανόνα, πού ψάλλεται κατά τήν περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς.

Ἐπιλέξαμε τόν Κανόνα αὐτόν ὄχι μόνο γιά τό θεολογικό ἐνδι­α­φέρον πού παρουσιάζει, ἀλλά καί γιά τίς μορφολογικές ἰδιαιτερότητές του.

α) Τό πρῶτο χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ Κανόνα αὐτοῦ εἶναι ὅτι δέν παραλείπει τήν δεύτερη  ὠδή. Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ Κανόνες  ἔχουν συνή­θως ἐννέα ὠδές, παραλείπουν ὅμως σχεδόν πάντοτε τήν δεύτερη. Στήν περίπτωση ὅμως τοῦ Κανόνος αὐτοῦ ἔχουμε τό παράδοξο φαινόμενο νά ὑπάρχουν ὄχι μία ἀλλά δύο δεύτερες, ὅπως καί δύο ἔνατες ὠδές.

β) Ὁ ἀριθμός τῶν τροπαρίων τῶν διαφόρων ὠδῶν δέν εἶναι στα­θερός ἀλλά κυμαίνεται μεταξύ ὀκτώ καί δώδεκα.

γ) Ὅλες οἱ ὠδές συμπεριλαμβάνουν ἀπό ἕνα ἤ καί δύο Θεοτοκία , ὅπως ἐπίσης ἀπό ἕνα ἤ καί δύο Τριαδικά.

Ὁ Κανόνας τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου γιά τόν ἅγιο Γεώργιο ψάλλεται σέ τέταρτο ἦχο καί ἀρχίζει μέ πρόσκληση ὅλης τῆς κτίσεως σέ χαρά καί ἀγαλλίαση γιά τήν πανήγυρη τοῦ Μεγα­λομάρτυρα: «Ἀγαλλιάσθω ἡ κτίσις πνευματικῶς σήμερον˙ τῇ ἀναστάσει γάρ Χριστοῦ τοῦ ἀθλοφόρου ἡ ἔνδοξος συνανατέλλει πανήγυρις, ἅπαντα χαροποιοῦσα μυστικῶς τῆς γῆς τά πέρατα»[1].

Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Μ. Βασίλειος, μέ ὅσα ἡ Ἐκκλησία «τιμᾷ τούς προλαβόντας, προτρέπεται τούς παρόντας»[2].Ἐγκωμιάζοντας τά κατορθώ­ματα τῶν ἁγίων καί παρουσιάζοντας τήν πίστη καί τό φρόνημά τους προ­τρέπει τούς πιστούς στήν ἀρετή καί τήν ἁγιότητα. Ὅπως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἔτσι καί ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι μιμητές τοῦ Χριστοῦ, πού προβάλ­λονται στούς πιστούς πρός μίμηση. Βλέποντας στόν ἕνα ἅγιο νά δεσπόζει ἡ  ὁσιότητα, στόν ἄλλο ἡ πραότητα, στόν ἄλλο ἡ δικαιοσύνη κ.τ.λ. βλέ­που­με τόν ἴδιο τόν Χριστό μέ τήν ἰδιαιτερότητα τῶν μελῶν τοῦ σώματός του νά παρατείνεται μέσα στήν ἱστορία.

Ἡ γιορτή τοῦ ἁγίου Γεωργίου συνδέεται μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ σύνδεση αὐτή, πού ἀποτελεῖ κοινό τόπο στήν ὑμνολογία τοῦ ἁγίου Γεωργίου, δέν ὀφείλεται μόνο στό γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος ὑπῆρξε μιμη­τής τοῦ θανάτου καί τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἤ στήν ἑορταστική συγκυ­ρία τῶν δύο γιορτῶν, ἀλλά ἔχει καί τήν βαθύτερη θεολογική της αἰτία.

Ἡ γιορτή αὐτή, ὅπως καί ὅλες οἱ γιορτές τῶν ἁγίων, ἔχουν στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μιά διαφορετική λειτουργικότητα ἀπό τίς γιορτές τῶν γεγονότων τῆς ἱστορίας τῆς θείας οἰκονομίας γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. Οἱ γιορτές τῶν ἁγίων δέν αὐτονομοῦνται ὡς γιορτές πού προβάλ­λουν καί ἐπαινοῦν τά κατορθώματά τους· δέν εἶναι γιορτές ἡρώων ἤ ἐπι­φανῶν προσώπων τῆς κοινωνίας. Οἱ γιορτές τῶν ἁγίων εἶναι γιορτές ἀν­θρώ­πων πού πρόσφεραν τόν ἑαυτό τους στόν Χριστό καί ἄθλησαν μέ τήν δύναμη καί τήν χάρη τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι γιορτές πού φανερώνουν τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο.

Ἔτσι καί ἡ γιορτή τοῦ ἁγίου Γεωργίου, πού διαδέχεται συνήθως τήν γιορτή τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἔρχεται, ὅπως ἀναγράφει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης στόν Κανόνα του γιά τόν ἅγιο Γεώργιο, σάν μιά ἐαρινή πανδαισία καί ἱερή τράπεζα, πού παραθέτει ὁ ἅγιος μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μέ τούς ἄθλους τῶν πόνων του: « Ἐαρινήν πανδαισίαν ὡς ἱεράν τράπεζαν ὁ στεφανίτης τοῦ Χριστοῦ μετά τήν ἔνδοξον ἔγερσιν τοῦ Ζωοδότου προέθηκε σήμερον πᾶσι πιστοῖς θεοπρεπῶς ἄθλους τῶν πόνων αὐτοῦ»[3].

Ὁ Γεώργιος   βαδίζει πρός τό μαρτύριο ἄοπλος ἀλλά καί πάνοπλος. Ἡ πανοπλία του εἶναι ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ. Μέ ἀκράδαντη πίστη στόν Χριστό καί μέ ἀταλάντευτη ἐλπίδα στήν ἀνάστασή του εἶναι ἕτοιμος νά ὑποστεῖ τά πάντα γιά τή δόξα του. Δέν δειλιάζει ἀπό τίς ἀπειλές τῶν ἐχθρῶν του. Δέν φοβᾶται τόν θάνατο οὔτε ὑποχωρεῖ μπροστά στό μαρτύριο, ἀλλά προχωρεῖ μέ προθυμία καί σπεύδει νά συναντήσει τόν Χρι­στό, πού θά τοῦ προσφέρει τό στεφάνι τῆς νίκης. Βάζοντας στό στόμα του ὁ ὑμνογράφος λόγια παρμένα ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο γράφει:« Οὐ­δείς ἡμᾶς χωρίσῃ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ἡμῶν, οὐ πῦρ, οὐ ξίφος, ἐβόας, μάρτυς, οὐ διωγμός, οὐ λιμός, οὐκ αἰκισμός»[4].

Αὐτό πού προσφέρει ὁ Γεώργιος στόν Χριστό εἶναι ἡ θέλησή του. Αὐτή ὅμως δέν εἶναι ἀρκετή γιά νά διατηρήσει  τόν ἄνθρωπο ἀτρόμητο μπροστά στό μαρτύριο. Χωρίς τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος παραμένει δοῦλος τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου. Ἀδυνατεῖ νά ξεφύγει ἀπό τήν ἀνα­γκαιότητα τῆς αὐτοσυντηρήσεως καί νά δεχθεῖ ἑκούσια τό μαρτύριο καί τόν θάνατο.

Ἡ πίστη ὅμως στόν Χριστό βγάζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν μαται­ό­τητα τῆς προσκαιρότητας καί τόν κατευθύνει σέ μιά νέα προοπτική ζωῆς. Τόν τοποθετεῖ στήν προοπτική τῆς αἰώνιας ζωῆς, τῆς μόνης ἀληθι­νῆς ζωῆς, πού νικᾶ τή φθαρτότητα καί τή θνητότητα. Ὁ πιστός δέν περιμένει ἁπλῶς τήν αἰώνια ζωή μετά τόν θάνατό του, ἀλλά καί μετέχει στή ζωή αὐτή ἤδη ἀπό τήν παρούσα ζωή του. Ἔχοντας μέσα του τόν Χριστό, πού εἶναι ἡ αὐτοζωή καί ἡ πηγή τῆς ζωῆς, ἔχει τήν προϋπόθεση νά ἀντιμε­τωπίσει τόν φόβο τοῦ μαρτυρίου καί τοῦ θανάτου.

Τό ρωμαλαῖο φρόνημα, γιά τό ὁποῖο ἐγκωμιάζεται ἀπό τόν ὑμνο­γρά­φο του ὁ Γεώργιος, εἶναι τό φρόνημα πού καλλιεργήθηκε μέ τήν προϋ­πό­θεση αὐτή. Τό φρόνημα τοῦ μάρτυρα δέν διαμορφώνεται μέ κάποια ἐξωτερική ἤ ἀντικειμενική σχέση μέ τόν Χριστό, ἀλλά μέ τήν προσωπική κοινωνία καί ἕνωση μαζί του. Ὁ μάρτυρας δέν ἀντλεῖ τό θάρρος του ἀπό κάποιον πού βρίσκεται μακριά ἤ ἔξω ἀπό αὐτόν, ἀλλά ἀπό αὐτόν πού ἔχει καί ζεῖ μέσα του. «Χριστῷ καί συσταυροῦμαι, Χριστῷ καί συνανίσταμαι, ἔκρα­ζες, μάρτυς, πρός τούς τυράννους, καί σύν αὐτῶ δοξασθήσομαι ἀεί»[5].

Ὁ μάτυρας ζεῖ μέσα στόν Χριστό καί ὁ Χριστός μέσα στόν μάρτυρα. Ἔτσι κατορθώνει νά ὑπομείνει τά φρικτά βασανιστήρια καί νά νικήσει τίς δυνάμεις τοῦ πονηροῦ.«Ἐν σοί θαρρῶν ὁ μάρτυς σου, Χριστέ, τήν νίκην ἔλα­βεν· καταφρονήσας τῶν προσκαίρων τήν ζωήν τήν μέλλουσαν κατε­κληρονόμησεν διά βασάνων ἀλγεινῶν».«Ἐν σοί τό κράτος, Κύριε, ὁ μάρτυς ἔχων, ἔλεγεν ὅτι οὐκ ἄξια ὑπάρχει τά παθήματα ταῦτα πρός τά ἐλπιζόμενα τῆς ἡτοιμασμένης μοι βασιλείας οὐρανῶν»[6].

Τά ἐπαναλαμβανόμενα αὐτά «ἐν σοί» φέρουν στό νοῦ μας τά λό­για τοῦ Χριστοῦ γιά τήν ὁμολογία τῆς πίστεως στό πρόσωπό του: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ’ἄν ἀρνή­σηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κἀγώ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς»[7]. Ἡ διατύπωη αὐτή, πού μένει συχνά ἀπα­ρατήρητη, ἀλλά καί παραθεωρεῖται σέ ὅλες σχεδόν τίς ξενό­γλωσσες μεταφράσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἔχει κεφαλαιώδη σπουδαιό­τητα γιά τήν σωστή κατανόηση τῆς ἔννοιας τῆς ὁμολογίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι κάποια ἁπλή ἐξωτερική πράξη, πού πραγματοποιεῖται μέ ὁρισμένες φραστικές διατυπώσεις. Δέν εἶναι κάποιο ἁπλό ἀντικειμενικό γεγονός, πού δέν ἐγγίζει τό βαθύτερο εἶναι τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἔκφραση μιᾶς βαθύτερης ὑπαρξιακῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Χριστό.Εἶναι καρπός « κοινω­νίας ἐν τῇ ὑπάρξει» τοῦ Χριστοῦ μέ τόν πιστό καί τοῦ πιστοῦ μέ τόν Χριστό.

Γιά νά ὁμολογήσει κάποιος τόν Χριστό, πρέπει νά συνδεθεῖ μέ αὐτόν καί νά βρίσκεται σέ κοινωνία μαζί του. Τότε καί ὁ Χριστός βρίσκεται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι μέσα του καί τόν ἐνισχύει, ὥστε νά νικήσει τόν φόβο τῶν μαρτυρίων καί τοῦ θανά­του. Ἀντιθέτως ἡ ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐξωτερική ἤ ἐχθρική πράξη καί τοποθέτηση. Στήν περίπτωση αὐτήν ὁ ἄνθρωπος πα­ρα­μένει ξένος ἤ ἐχθρικός πρός τόν Χριστό καί ὁ Χριστός ξένος πρός αὐτόν. Γι̉ αὐτό ἐξαρχῆς ἡ ὁμολογία τῆς χριστιανικῆς πίστεως συνδέθηκε μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτί­σματος, πού ἐντάσσει τόν ἄνθρωπο στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τόν καθι­στᾶ κοινωνό τοῦ σταυροῦ καί τῆς ἀναστάσεώς του.

Τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Γεωργίου, ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρή­της, εἶναι ἕνα νέο Βάπτισμα, πού ἀποδεικνύει τιμιότερο τό ἅγιο Βάπτισμα. Εἶναι τό λεγόμενο Βάπτισμα τοῦ αἵματος, μέ τό ὁποῖο ὁ ἅγιος ἐπισφρα­γίζει τό ἅγιο Βάπτισμά του: «Τῷ αἵματί σου, τρισμάκαρ, τό βάπτιμα τό ἅγιον ἐπισφραγίσας, τιμιώτερον ἀπέδειξας· τῷ πυρί γάρ οὕτω προσω­μί­λησας, καθάπερ χρυσός ὤφθης δοκιμώτατος»[8].

Γιά νά δεχθεῖ τό Βάπτισμα αὐτό ὁ μάρτυρας, πρέπει νά ἐλευ­θε­ρω­θεῖ ἀπό κάθε  δεσμό πού τόν καθηλώνει στήν πρόσκαιρη ζωή τοῦ κόσμου καί νά στρα­φεῖ ἐξολοκλήρου στήν μέλλουσα ζωή τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Χρειάζεται νά στρέψει ὁλόκληρη τήν ὕπαρ­ξή του πρός τόν Θεό ἐφαρμό­ζοντας τήν πρώτη καί μεγάλη ἐντολή τῆς ἀγάπης. Ἄλλά ἡ ἐφαρμογή τῆς ἐντολῆς αὐτῆς, ὅπως καί κάθε ἄλλης ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, γίνεται δυνατή ὄχι μόνο μέ τήν ἀνθρώπινη βούληση ἀλλά καί μέ τήν θεία ἐνίσχυση. Καί ἡ ἐνίσχυση αὐτή προσφέρεται στόν ἄνθρωπο, ὅταν αὐτός ἔχει προετοι­μά­σει τόν ἑαυτό του καί εἶναι ἕτοιμος νά τήν ἀπο­δεχθεῖ.

Τό βασικότερο στοιχεῖο τῆς προετοιμασίας αὐτῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ μετάθεση τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς του ἀπό τά πρόσκαιρα στά αἰώνια. Αὐτονόητο βέβαια εἶναι ὅτι ἐδῶ δέν πρόκειται γιά κάποια δια­νοητική ἤ ἄλλη μερική στροφή τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό, ἀλλά γιά τήν καθολική ἀναφορά του πρός αὐτόν κατά τήν ἀπαίτηση τῆς πρώτης καί μεγάλης ἐντολῆς: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου»[9].  Ἔχοντας λοιπόν ὁ Γεώργιος στραμμένη ὁλόκλη­ρη τήν ὕπαρξή του στήν μέλλουσα ζωή καί ἐνδυναμούμενος ἀπό τόν πρῶτο μάρτυρα, τόν Χρι­στό, καταφρονεῖ τήν πρόσκαιρη ζωή γιά νά κληρο­νομήσει τήν αἰώνια.

Ὁ Κανόνας τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου ἔχει ἀναφορές σέ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Σέ μερικές μάλιστα περιπτώσεις παρατίθενται αὐτού­σια σχεδόν χωρία μέ κάποια μικρή φραστική παραλλαγή γιά τήν προ­σαρμογή τους στό μέτρο τοῦ Κανόνα. Ἔτσι τό χωρίο τῆς Πρός Ρωμαίους ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ»[10], τοποθετεῖται στό στόμα τοῦ Γεωργίου μέ τό ἀκόλουθο προσό­μοιο: «Οὐδείς ἡμᾶς χωρίσῃ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ἡμῶν, οὐ πῦρ, οὐ ξίφος…οὐ διωγμός, οὐ λιμός, οὐκ αἰκισμός»[11].

Ὁ μεγαλομάρτυρας Γεώργιος, ὅπως καί κάθε μάρτυρας καί ἅγιος, ἔχει παρρησία στόν Θεό καί γι’αὐτό μπορεῖ νά πρεσβεύει γιά τού πιστούς πού βρίσκονται στόν κόσμο. Ἔτσι ὁ ποιμενάρχης τῆς Κρήτης καί συγ­γραφέας τοῦ Κανόνα αὐτοῦ βρίσκει συχνά τήν εὐκαιρία νά ἀπευθύνει στόν Μεγαλομάρτυρα τήν παράκληση νά προστατεύει τήν ποίμνη τῶν πιστῶν καί νά μεσιτεύει γιά τήν εἰρήνη καί τή σωτηρία τους.

Ἡ μεσιτεία τῶν ἁγίων ἔρχεται ὡς ἔκφραση τῆς σχέσεώς του μέ τά ἐπί γῆς στρατευόμενα μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι καί παραμένει μία καί ἀδιαίρετη. Δέν ὑπάρχει ἐπίγεια καί ἐπουράνια Ἐκκλησία, ἀλλά μία καί μόνη Ἐκκλησία μέ κεφαλή τόν Χριστό. Καί ὁ θάνατος δέν διαιρεῖ σέ τελική ἀνάλυση τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, γιατί αὐτά παραμένουν ἑνωμένα στό ἑνιαῖο καί ἀδιαίρετο σῶμα τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία.

Τήν πρώτη θέση μεταξύ τῶν ἁγίων κατέχει ἡ Παναγία. Γι’αὐτό ἄλ­λωστε ἡ Παναγία ἔχει ὀργανική θέση στή ζωή καί τή λατρεία τῆς Ἐκκλη­σίας. Ἔτσι καί οἱ Κανόνες ὅλων τῶν ἁγίων σέ ὅλες τίς ὠδές τους κλείνουν μέ τά λεγόμενα Θεοτοκία, δηλαδή μέ τά προσόμοια τροπάρια πού ἀνα­φέ­ρονται στήν Θεοτόκο.

Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνέταξε καί δύο ἐγκωμιαστικούς λόγους γιά τόν ἅγιο Γεώργιο. Στόν δεύτερο ἀπό αὐτούς, πού μεταγλωττίστηκε μάλιστα ἀπό τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ἐπισημαίνει καί τήν σημασία τοῦ ὀνόματός του.

 Ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, τά ὀνόματα τῶν ἁγίων φανε­ρώνουν τήν χάρη καί τήν ἀρετή πού εἶχαν αὐτοί πού τά ἔφεραν. Ἔτσι καί ὁ Γεώργιος εἶναι ὁ γεωργός πού κοπίασε ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων, καί στόν κατάλληλο καιρό ἀπέδωσε στόν Δεσπότη τοῦ παντός  ἑκατονταπλάσιο καρ­πό. Εἶναι αὐτός πού ἄνοιξε μέ τό ἄροτρο τῆς ἀρετῆς του τά γλυκά αὐλά­κια τῆς εὐσεβείας καί ἀποδείχθηκε εὔθετος γιά τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός[12]. Εἶναι αὐτός πού ἔσπειρε μέ δάκρυα καί θέρι­σε μέ ἀγαλλίαση, ὅπως ἀναφώνησε ὁ Δαβίδ, αὐτός πού ἔβαλε μέ πέν­θος τά σπέρματα καί μάζεψε μέ χαρά τούς καρπούς. Εἶναι ἡ εὐκολο­γεώργητη γῆ, πού δέχεται πολλές φορές τήν βροχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί βλασταίνει γλυκά βότανα σέ ὅσους τήν θερίζουν μέ πίστη. Εἶναι τό εὐωδέστατο περιβόλι, μέσα στό ὁποῖο βλάστησαν πλούσια τά ἄνθη τῆς εὐσεβείας, καί ἀπό τό ὁποῖο συνάζουν οἱ νοητές μέλισσες γλυκά κηρό­μελα, πού ἡ γλυκύτητά τους εἶναι θεραπεία ψυχῆς. Εἶναι τό εὐχρηστο δένδρο, πού εἶναι φυτευμένο κοντά στούς ποταμούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἔχει πάντοτε θαλλερά τά φύλλα του καί φέρει ὥριμους τούς καρπούς τῆς ἀρετῆς γιά τήν ψυχική ἀνάπτυξη αὐτῶν πού τούς γεύονται. Εἷναι τό καρποφόρο κλῆμα τῆς ἀληθινῆς ἀμπέλου, πού ἔχει γεωργό τόν οὐράνιο Πατέρα, ὁ ὁποῖος γεωργεῖ μέ αὐτόν σέ ἐμᾶς πνευματική εὐφροσύνη γιά τήν θεραπεία τῶν παθῶν καί τόν ἀνακαινισμό τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώμα­τος. Εἷναι ἡ πηγή τῶν θείων ὑδάτων· κάθε ἔρημη ψυχή, πού ποτίζεται ἀπό αὐτήν  καλλιεργεῖται καί καρποφορεῖ πίστη, ἐλπίδα καί ἀγάπη, τήν πολυ­πόθητη τριάδα τῶν θεολογικῶν ἀρετῶν. Γεώργιος εἶναι τέλος ὁ γεωργός τῶν θεϊκῶν νοημάτων καί τό χωράφι τοῦ Θεοῦ, στό ὁποῖο γεωργήθηκε ἡ χάρη τῆς εὐσεβείας καί ἔγιναν τά πλήθη τῶν θαυμάτων[13].

 Μέ τήν ἐνάρετη ζωή καί τόν μαρτυρικό θάνατό του, μέ τήν ἀκράδαντη πίστη καί τό ἀκλόνητο θάρρος του ὁ ἅγιος Γεώργιος ἀνα­γνωρίστηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς Μεγαλομάρτυρας καί Τροπαι­οφόρος. Τό πλῆθος τῶν ἱερῶν Ναῶν ἤ καί ὁλόκληρων ἱερῶν Μονῶν πού ἀφιε­ρώ­θηκαν στόν ἅγιό μας, ὁ μεγάλος ἀριθμός τῶν ἐγκωμίων καί τῶν ἀκολου­θιῶν πού συντάχθηκαν γιά νά τόν τιμήσουν, ἀλλά καί ὁ ἀπεριόριστος ἀριθμός τῶν πιστῶν πού φέρουν τό ὄνομά του, εἶναι μερικά ἀπό τά πολλά σημάδια πού φανερώνουν τήν ἰδιαίτερη θέση πού κατέχει ὁ ἅγιός μας στή συνείδηση τῶν πιστῶν.

 Γεώργιος Μαντζαρίδης


[1]. Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, Κανών εἰς τόν Ἅγιον Μεγαλομάρτυρα Γεώργιον Προσό­μοιο α΄ ὠδῆς.

[2]. Μ. Βασιλείου, Περί Ἁγίου Πνεύματος 62, PG 32, 184A.

              [3]. Προσόμοιο α’ ὠδῆς.

[4]. Προσόμοιο β΄ ὠδῆς. Πρβλ. Ρωμ.8, 35.

[5]. Προσόμοιο β΄ὠδῆς.

[6]. Προσόμοια  ε΄ὠδῆς.

[7]. Ματθ.10, 32-33. Πρβλ. καί Λουκ. 12, 8-9.

[8] . Προσόμοιο δ΄ ὠδῆς.

[9] . Λουκ. 10, 27.

[10] . Ρωμ. 8, 35.

[11] .Προσόμοιο β΄ὠδῆς.

[12]. Βλ. Λουκ. 11, 62.

[13]. Βλ.Ἁγίου Ἀνδρέου Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης, Ἐγκώμιον εἰς τόν Μεγαλομάρτυρα Γεώργιον, μεταφρασθέν εἰς κοινήν διάλεκτον ὑπό τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, στό ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαδάκη, Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφό­ρου, Ὑμνογραφικά καί ἐγκωμιαστικά, ἔκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ, Ἀθήνα 2003, σ. 673-674.

(Το άρθρο έχει δημοσιευθεί στην περιοδική έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Κύκκου και Τηλλυρίας »Ενατενίσεις», τεύχος 13, Ιανουάριος-Απρίλιος 2011).

About the author

Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης