Βίοι Αγίων Γέροντες της εποχής μας Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός Ιούλιος

Μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος και Πανευφήμου Ευφημίας.

 

Η πανσωστική πρόνοια του Κυρίου μας οικονόμησε, πλησίον της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταύρου, να έορτάζωμε την μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος και Πανευφήμου Ευφημίας, η οποία μας μεταφέρει σε μια συνέχεια του νοήματος του Σταύρου.

Αυτή η Μάρτυς, παρθένος κόρη από υψηλοτάτη οίκογένειαν, τελείωσε το μαρτύριο της κάπου μέσα στην περίοδο των τριών πρώτων αιώνων πού οι χριστιανοί ήσαν έκτος νόμου. Το λείψανο της ευρίσκεται στο Βυζάντιο. Της απένειμαν μεγάλες τιμές, διότι πραγματι­κά, ως Μεγαλομάρτυς, είναι δόξα και στέφανος της Εκκλησίας μας.

Κατά το 451 συνήλθε στη Χαλκηδόνα η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία κατεδίκασε την αίρεση του μονοφυσιτισμού, πού απέδιδε στον Κύριο μας μία φύση. Όμως την μία φύση είχε προ της σαρκώσεως Του, όντας Θεός Λόγος, καί, καθαυτό, ομοούσιος προς τον Πατέρα. Όταν όμως «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» και επεδήμησε στον κόσμο, φόρεσε και την δική μας φύση. Όντας λοιπόν τέλειος Θεός, έγινε και τέλειος άνθρωπος. Απέκτησε πλέον δύο φύσεις άσύγ-χυτες και ενωμένες. Αυτό ακριβώς έδογμάτισε και η Ορθόδοξος Εκκλησία μας.

Δυστυχώς όμως υπήρξαν άνθρωποι οι όποιοι δεν ήθελαν να καταλάβουν, είτε λόγω της πτώχειας των γνώσεων τους, είτε έθελοκάκως και προκάλεσαν σύγχυση στην Εκκλησία μας, προβάλλοντες ότι ο Χριστός έχει μόνο μία φύση. Και ναί μέν η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος τους κατεδίκασε, αλλά ο σάλος δεν σταμάτησε, διότι οι αιρετικοί είχαν ισχυρά οικονομικά μέσα και πολιτική δύναμη, με τα οποία έσειαν και συνεκλόνιζαν την Εκκλησία. Τότε, για να δοθή ένα τέλος στο όλο πρόβλημα και να πεισθή ο λαός να ειρήνευση, πήραν οι Πατέρες τους δύο τόμους πού ήσαν γραμμένες και των δύο οι απόψεις. Ο μέν ένας της Εκλησίας μας, με τα ορθόδοξα δόγματα, και ο άλλος με τις αιρετικές φλυαρίες. Άπεφάσισαν να τους θέσουν στη λάρνακα όπου εύρίσκετο το λείψανο της Μάρτυρος και μετά να επακολούθηση προσευχή, ώστε να αποδείξη η μάρτυς διά της θαυματουργικής της Χάριτος ποίος έκ των δύο κατέχει την αλήθεια και είναι θεόπνευστος.

Πράγματι, έκλείδωσαν τους δύο τόμους μέσα στη θήκη του ιερού λειψάνου της Άγίας. Την επομένη άνοιξαν την λάρνακα να δούν ποιόν από τους δύο τόμους προτίμησε η Αγία καί, πραγματικά, η χάρις της Μεγαλομάρτυρος απέδειξε τον όμολογιακόν της ζήλο και μετά τον θάνατο της. Τον μέν τόμο των Πατέρων, αυτόν δηλαδή της Ορθοδοξίας, τον πήρε στην αγκαλιά της και τον κρατούσε με τα δύο της χέρια, τον δε άλλον, των αιρετικών, έριξε κάτω από τα πόδια της και απέδειξε έτσι την ακρίβεια της ομολογίας.

Με αφορμή την αφήγηση του βίου της, μεταφερό-μεθα σήμερα στον ομολογιακό χαρακτήρα της χριστια­νικής μας ιδιότητος και διαπιστώνομε από την παρά­δοση της Εκκλησίας μας, από τα βιώματα των Πατέρων μας και τις ομολογίες των Μαρτύρων μας ότι, γενικά, το θέμα ολόκληρης της χριστιανικής μας ιδιότητος, αλλά καί, ειδικότερα, το θέμα της πίστεως μας είναι καθαρά ομολογιακό.

Ο Κύριος μας -όπως και άλλοτε αναλύσαμε εκτενέστερα- διάκειται προς εμάς ως η απόλυτος πατρική παναγάπη, η οποία πράγματι αγκάλιασε το σύ­μπαν και ειδικά τον άνθρωπο τον τραυματισμένο. Ολόκληρος ο κύκλος της παρουσίας του μαζί μας, ήτο μια απόλυτος αγάπη και τίποτε περισσότερο.

Ο Κύριος πλησίασε την πανανθρώπινη δυστυχία σε όλες της τις φάσεις, «κηρύττων, διδάσκων και ίώμενος» τους τραυματισμένους. Άπεδέχετο τους πάντας σε τέτοιο σημείο, ώστε να παρεξηγείται από τους Φαρι-σαίους στο πώς ανέχεται να συναναστρέφεται με πραγματικά σεσημασμένους αμαρτωλούς. Και πάνω στον Σταυρό, με ένα «μνήσθητι», δέχεται έναν ληστή άνθρωπο, ο όποιος μέχρι την στιγμή της εκτελέσεως του ήτο φονεύς και κακοποιός. Και όχι μόνο τον συγχωρεί, αλλά μεθ’ όρκου του λέγει: Άμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ έμού έση έν τω παραδείσω». Έτσι ο παναμαρτωλός άνθρωπος έδικαιώθη διά του αίματος του Κυρίου μας, ο όποιος δεν απαίτησε κάτι, αλλά μας αξίωσε και του «υπέρ έκ περισσού». Μας έδωσε να κληρονομήσωμεν αυτά στα όποια «έπιθυμούσιν άγγελοι παρακύψαι».

Και όμως, βλέπομε ότι ο Κύριος φαίνεται παράδοξα αυστηρός, σκληρός και άτεγκτος, όταν προβάλλεται το θέμα της ομολογίας της πίστεως μας. Και μας ερ­μηνεύει ότι αυτός πού θα με όμολογήση, θα τον ομολογήσω έμπροσθεν του Πατρός και όποιος με άρνηθή, θα τον αρνηθώ. Σκληρός ο λόγος, πραγματικά, απέναντι στην παναγάπη του Κυρίου μας και ανθρω­πίνως φαίνεται σαν κάτι το δύσκολο.

Στην άρχή της δημιουργίας της Εκκλησίας μας, επί 300 περίπου χρόνια, οι χριστιανοί ήσαν έκτος νόμου, δεν είχαν δικαίωμα ζωής. Κάθε μέρα ποταμοί αιμάτων έχύνοντο και πάνω σ’ αυτά έστηρίχθη η Εκκλησία μας και δεν υπήρξε κανένας δρος οικονομίας. Ήσαν υποχρεωμένοι οι πάντες να ομολογήσουν και όμολο-γούντες έθυσίαζαν αυτήν την ζωή τους για να κρατή­σουν την ομολογία και δεν υπήρχε όρος ελιγμού.

Εάν τώρα πάρουν ένα νεαρό παιδί, μια κορασίδα και την στήσουν στο ικρίωμα και της πουν. Άυτήν την ώρα η άρνήσαι τον Χριστό η θα σε ψήσωμε ζωντανή στα κάρβουνα», ανθρωπίνως, δεν είναι τραγικό; Πώς θα ύπομένη αυτή η κορασίδα, η οποία έτυχε και τόσο καλής ανατροφής, να ψηθή ζωντανή και να μην δικαιούται να κάνη έναν ελιγμό; Δηλαδή να πή, έστω με τα χείλη της: «Ναί, αρνούμαι», αλλά με την καρδιά της να μην άρνηθή. Μήπως ο Θεός δεν θα έβλεπε την καρδιά της, αφού Αυτός «ετάζει καρδίας και νεφρούς», και μετά, πού θα έφευγε από εκεί, να έμενε πάλι πιστή; Εύρίσκομε όμως ότι ο Κύριος δεν ανέχεται κανέναν όρο οικονομίας και αυτό αποδεικνύεται από τα βιώματα των Πατέρων, όχι μόνο στο θέμα της πίστεως, στη δογματική έννοια, αλλά ακόμα και σ’ αυτή την απλή παράδοση.

Οι Μακκαβαίοι γιατί έμαρτύρησαν; Απαγορευόταν από τον Μωσαϊκό νόμο να κάνουν χρήση χοιρινού κρέατος. Δεν ήταν δόγμα αυτό· απλώς ηθικολογία. Οι πολλοί έρμηνευταί, καμμιά φορά, αποδίδουν ότι η απα­γόρευση αύτού του είδους των φαγητών, δεν είχε άλλο νόημα, εί μη ότι στα μέρη αυτά, τα ξηρά και ζεστά, αυτές οι τροφές είναι βαρείες και ανθυγιεινές. Όταν ο τύραν­νος του τόπου επέβαλε να γευθούν χοιρινό κρέας και να λάβουν μεγάλα αξιώματα, όχι μόνο δεν έδέχθησαν, αλλά επλήρωσαν με την ζωή τους την ομολογία τους αυτή· και «έτι λαλείται», όπως λέει ο Παύλος, ο θρίαμβος του μαρτυρίου των και αποτελούν στέφανον δόξης για την Έκκλησία μας.

Αυτός τούτος, «ο μείζων πάντων των γεννητών», ο Πρόδρομος, γιατί έμαρτύρησε; Μήπως ο Ηρώδης τον ανάγκασε να άρνηθή τον Θεό του Ισραήλ και να προσκύνηση τον Βάαλ η κάποια άλλη θεότητα, την οποίαν αυτός προσκυνούσε; Όχι. Άπλούστατα. Σάν Ιδουμαίος δπου ήτο ο Ηρώδης και, συνεπώς, ειδωλο­λάτρης, έλαβε ως σύζυγο την νύμφη του. Μα στην θρησκεία αυτού του ανθρώπου, επιτρέπετο και την μητέρα του ακόμα να παντρευτή. Ως ειδωλολάτρης πού ήτο, δεν παρέβη τον νόμο του. Όμως σαν βασιλιάς του Ισραήλ, εθεωρείτο «χριστός Κυρίου» και γι’ αυτό τον ήλεγξε ο Πρόδρομος. Ουκ έξεστί σοι», όντας «χριστός Κυρίου», να λάβης ως γυναίκα την νύμφη σου και να αποτελέσης κακό παράδειγμα μέσα στον λαό του Κυρίου. Και ένεκεν αυτής της ακριβείας έμαρτύρησε «ο μείζων πάντων των γεννητών».

Το θέμα της πίστεως μας είναι καθαρώς ομολογιακό και δεν χωρεί καμμία οικονομία. Μήπως άραγε δεν είναι επίκαιρο σήμερα, όταν βλέπωμε κάθε μέρα ζοφερά σύννεφα στον ορίζοντα; Συνεχώς πιεζόμεθα προς το μέρος τούτο. Τα πάντα γίνονται χλιαρά, όλες οι ηθικές αρχές παραμερίζονται και αυτή ακόμα η ίδια η πίστη μας. Μήπως νομίζετε ότι απέχουμε πολύ από την περίοδο πού θα κληθούμε και μείς στο εδώλιο να όμολογήσωμεν την πίστη και την παράδοση μας; Μην θεωρηθή ότι αυτοί οι σκοποί είναι μακράν από τον στόχο μας και δεν πρέπει να είμεθα έτοιμοι και για αυτούς ακριβώς τους λόγους.

Όπως σας έτόνισα και προηγουμένως, η Άγία Ευφημία απέδειξε, και μετά τον θάνατον της, την ακρίβεια της ομολογίας. Αυτό πολύ μας ενδιαφέρει. Όχι γιατί το έκαμε η Άγία και μας έδημιούργησε μία καινή θεωρία, την οποία αγνοούσαμε, αλλά κάναμε μία διαπίστωση από τις τόσες πολλές πού έχομε, ότι όντως ο χριστιανισμός είναι ομολογιακός και κανένας όρος συμβιβασμού και οικονομίας δεν χωρεί.

Μπορεί να ύπαρξη οικονομία στο ζήτημα της διαβιώσεως και της διαίτης μας. Εάν θέλωμε γινόμαστε αυστηρότεροι και άγωνιστικότεροι, εγκρατέστεροι και περισσότερο συμπαθείς. Γενικά, στους διαφόρους τρό­πους των ελευθέρων αρετών, έχει την δυνατότητα ο καθένας μας μέσα στην αγωνιστικότητα του, να προσθέση η να αφαίρεση, να κάνη οικονομία. Στο ζήτημα όμως; της πίστεως, δεν χωρεί συμβιβασμός. Εκεί πού το θείο θέλημα είναι χαραγμένο και αποδεικνύεται ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο εκφράζεται μέσω της Εκκλησίας καί, γενικά, της πατερικής μας παραδόσεως, δεν χωρεί οικονομία. Διότι εκεί πού βλέπετε συμβιβασμούς, πά­ντοτε να φοβάσθε, μήπως, χωρίς να το καταλάβωμε, εύρεθώμεν έξω από την Χάριν, χάσωμεν το βάπτισμα, χάσωμε την πίστη μας. Εκεί όπου υψώνεται η αμαρτία, είτε στον ηθικό, είτε στον δογματικό τομέα, για να μας παρακίνηση να κάνωμε κάτι διαφορετικό από αυτό πού θέλει ο Κύριος, προβάλλομεν αμέσως την άρνηση, την αντίσταση και εκεί ακριβώς επιτελείται η ομολογία.

Αυτά ήθελα να σας υπενθυμίσω. Όλοι μας με προθυμία να επικαλεσθούμε την συμπάθεια και την χάριν της έορταζομένης Άγίας Μεγαλομάρτυρος Ευφημίας , ώστε να επίδραση και στην ψυχή μας το πνεύμα της ομολογίας το όποιο επέδειξε η τρυφερά αυτή κόρη, πού δεν ύπελόγισε τίποτε, αλλά προσέφερε την ψυχή της θυσία στον Χριστό, για να κράτηση την ομολογία της. Πίστευε ότι, εάν όμολογήση, θα όμολογηθή και αυτή, όπως και όμολογήθη ενώπιον του ουρανίου Πατρός και της έχαρίσθη η δόξα της υιοθεσίας. Διότι, αν ηρνείτο, θα ξέπεφτε. Μη γένοιτο σε μας να συμβή κάτι τέτοιο, αλλά με ζήλο πραγματικό να συνεχίσωμε την πορεία μας, για να λάβωμε την αμοιβή από τον Κύριο μας, με τις πρεσβείες των Άγίων Του. Αμήν.

Πηγή: Αθωνικά Μηνύματα ( σελ. 169)

 

 

About the author

Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης