Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης Γέροντες της εποχής μας η βλασφημία-Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Άγιος Παΐσιος: Αντιμετώπιση υβριστών

– Γέροντα, στην Αγία Γραφή λέει ότι ή βλασφημία κατά τού Αγίου Πνεύματος δεν συγχωρείται. Ποια είναι ή βλασφημία αυτή;

                – Βλασφημία κατά τού 'Αγίου Πνεύματος γενικά είναι ή περιφρόνηση στα θεία, όταν ό άνθρωπος έχει, εννοείται, τα λογικά του. Τότε είναι και ένοχος. Π.χ. έναν πού μού είπε «άντε κι εσύ και οι θεοί σου…», τού έδωσα μία σπρωξιά και τον τίναξα πέρα, γιατί αυτό ήταν βλασφημία. Ή περνάνε δύο έξω από μία Εκκλησία. Ό ένας κάνει τον σταυρό του καί λέει καί στον άλλο «κάνε, ευλογημένε, κι εσύ τον σταυ­ρό σου…» καί αυτός αντιδρά: «Άντε κι εσύ πού θα κάνω τον σταυρό μου!». Αυτή ή περιφρόνηση είναι βλασφημία. "Αδύνατον επομένως σε έναν ευλαβή άνθρωπο να υπάρχει βλασφημία. Άλλα και ή αναίδεια είναι βλασφημία κατά του Άγιου Πνεύματος. Ό αναιδής διαστρέφει ή καταπατάει λ.χ. μία ευαγγελική αλήθεια, για να δικαιολογήσει την πτώ­ση του. Δεν σέβεται την αλήθεια, την πραγματικότητα, άλλα την τσαλακώνει εν γνώσει του· τσαλαπατάει ένα ιερό πράγ­μα. Και αυτό σιγά-σιγά γίνεται πλέον κατάσταση. Στην συ­νέχεια απομακρύνεται ή Χάρις τού Θεού καί ό άνθρωπος δέχεται επιδράσεις δαιμονικές. Και αν δεν μετανοήσει, τι εξέλιξη θα έχει… Θεός φυλάξοι! Όταν όμως ένας θυμώσει καί βλασφημήσει ακόμη καί το Άγιο Πνεύμα, αυτή ή βλα­σφημία δεν είναι ασυγχώρητη, γιατί ό άνθρωπος δεν πι­στεύει την βρισιά πού είπε, άλλα την είπε, επειδή εκείνη την στιγμή, πάνω στον θυμό του, έχασε τον έλεγχο τού εαυτού του, καί αμέσως μετανοιώνει. Ό αναιδής όμως δικαιολο­γεί το ψέμα, για να δικαιολογήσει την πτώση του. Όποιος δικαιολογεί την πτώση του, δικαιολογεί τον διάβολο.

                – Γέροντα, πώς δικαιολογεί την πτώση του;

                – Μπορεί να θυμηθεί κάτι πού λέχθηκε πριν από δέκα χρόνια για άλλη περίπτωση και να το παρουσίαση σαν παράδειγμα, για να δικαιολογήσει τον εαυτό του. Ούτε ό διάβολος, ό μεγαλύτερος δικηγόρος, δεν θα μπορούσε να σκεφθεί κάτι τέτοιο εκείνη την ώρα.

                – Και πώς νιώθει αυτός ό άνθρωπος;

             – Πώς νιώθει; Δεν έχει ανάπαυση ποτέ. Εδώ και δίκαιο να έχει κανείς, όταν πάει να δικαίωση τον εαυτό του, πάλι ανάπαυση δεν έχει, πόσο μάλλον να μην έχει δίκαιο και να δικαιολογεί την πτώση του με αναιδέστατο τρόπο. Γι' αυτό, όσο μπορούμε, να προσέχουμε την αναίδεια και την περι­φρόνηση όχι μόνον προς τα θεία άλλα και προς τον πλη­σίον μας, διότι είναι εικόνα θεού. Οι αναιδείς άνθρωποι βρίσκονται στο πρώτο στάδιο της βλασφημίας κατά τού Αγίου Πνεύματος. Εκείνοι πού περιφρονούν τα θεία βρί­σκονται στο δεύτερο, και στο τρίτο βρίσκεται ό διάβολος.

                – Γέροντα, όταν μιλούν κατά της Εκκλησίας ή κατά τού Μοναχισμού κ.λπ., τι πρέπει να κάνη κανείς;

             – Κατ' αρχάς, αν κάποιος μιλάει άσχημα λ.χ. για σένα ως άτομο, δεν πειράζει. Να σκεφθείς: «Τον Χριστό, πού ήταν Χριστός, Τον έβριζαν, και δεν μιλούσε· εμένα πού είμαι αμαρτωλός τι μού αξίζει;». Αν έρχονταν να βρίσουν εμένα ως άτομο, δεν θα με πείραζε καθόλου. Άλλα, όταν με βρί­ζουν ως μοναχό, βρίζουν και όλο τον θεσμό τού Μοναχι­σμού, γιατί ως μοναχός δεν είμαι ανεξάρτητος, και πρέ­πει να μιλήσω. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει κανείς να τους αφήσει λίγο να ξεσπάσουν και ύστερα να τους πει δύο κουβέντες. Κάποτε στο λεωφορείο μία γυναίκα έβριζε τους παπάδες. Την άφησα να ξεσπάσει και, όταν σταμάτησε, τής είπα: «Έχουμε απαιτήσεις από τους παπάδες, άλλα και αυτούς δεν τους έρριξε ό Θεός με τα αλεξίπτωτα. Είναι άνθρωποι και έχουν ανθρώπινες αδυναμίες. Μπορείς όμως να μού πεις, μία μητέρα σαν εσένα βαμμένη, με κάτι νύχια σαν το γεράκι, τι παιδί θα γέννηση και πώς θα το αναθρέψει; Και παπάς και καλόγερος να γίνει, πώς θα είναι;». Θυμάμαι, μία άλλη φορά, όταν ταξίδευα με το λεωφορείο από την Αθήνα για τα Γιάννενα, ήταν ένας πού δεν στα­μάτησε σε όλο τον δρόμο να κατηγορεί έναν μητροπολίτη πού είχε δημιουργήσει τότε κάτι προβλήματα. Τού είπα κανα-δυό κουβέντες και μετά έκανα ευχή. Εκείνος συνέ­χιζε. Όταν φθάσαμε στα Γιάννενα και κατεβήκαμε, τον πήρα λίγο παράμερα και τού λέω: «Με γνωρίζεις ποιος είμαι;». «Όχι», μού λέει. «Πώς τότε κάθεσαι και λες τέ­τοια πράγματα; Εγώ μπορεί να είμαι πολύ χειρότερος από τον τάδε πού βρίζεις, μπορεί όμως να είμαι και ένας άγιος. Πώς κάθεσαι εσύ και λες μπροστά μου πράγματα πού δεν μπορώ να φανταστώ ότι τα κάνουν ούτε και οι κοσμικοί άνθρωποι; Κοίταξε να διορθωθείς, γιατί θα φας σκαμπί­λι δυνατό από τον Θεό – για το καλό σου φυσικά». Τον είδα μετά, άρχισε να τρέμει. Άλλα και οι άλλοι κατάλα­βαν, όπως είδα από μία αναταραχή πού δημιουργήθηκε.

 

            – Βλέπεις να βρίζουν τα άγια και ό άλλος δεν λέει τί­ποτε. Σ’ αυτήν την περίπτωση ή πραότητα είναι δαιμονι­κή. Μία φορά πού έβγαινα από το Άγιον Όρος, συνά­ντησα στο καράβι και έναν πού είχε φύγει ό καημένος από το Ψυχιατρείο και είχε έρθει στο Όρος. Φώναζε και έβρι­ζε συνέχεια όλους τους μεγάλους, τους κυβερνήτες, τους γιατρούς… «Τόσα χρόνια, έλεγε, με τάραξαν στα ηλε­κτροσόκ και στα χάπια. Εσείς περνάτε καλά. Έχετε την καλοπέραση σας, τα αυτοκίνητα σας. Έμενα από δώδεκα χρονών ή μάνα μου μ' έστειλε σ' ένα νησί. Είκοσι πέντε χρόνια γυρίζω από τρελλοκομείο σε τρελλοκομείο». Έβρι­ζε όλα τα κόμματα και μετά άρχισε να βρίζει Χριστό και Παναγία. Σηκώνομαι επάνω, «πάψε, τού λέω· δεν υπάρ­χει καμμιά αρχή εδώ μέσα;». Θίχθηκε, φαίνεται, ό συνο­δός του – πρέπει να ήταν χωροφύλακας – και τον σύμμασε λίγο. Είχε πει όλο το πρόβλημα του φωνάζοντας και βρίζοντας. Τον πόνεσα. Μετά ήρθε, μού φίλησε το χέρι. Τον φίλησα. Είχε δίκαιο. Όλοι λίγο-πολύ έχουμε το με­ρίδιο μας. Ήμουν και εγώ αιτία πού έβριζε ό καημένος. Αν είχα πνευματική κατάσταση, θα τον είχα κάνει καλά.

                    – Πόσο είχαν απογοητευθεί οι Φαρασιώτες, τότε με την Ανταλλαγή, όταν έρχονταν με το καράβι στην Ελλάδα! Δυο ναύτες μάλωναν και έβριζαν τον Χριστό και την Πα­ναγία. Τους φάνηκε πολύ βαρύ! Σού λέει: «Έλληνες, Χρι­στιανοί, να βρίζουν τον Χριστό καί την Παναγία!». Τους άρπαξαν και τους πέταξαν στην θάλασσα. Ευτυχώς ήξε­ραν κολύμπι καί γλύτωσαν. Ακόμη και όταν βρίζουν κά­ποιον άνθρωπο, πρέπει να τον υπερασπίσουμε, πόσο μάλλον τον Χριστό! Ήρθε ένα παιδί στο Καλύβι πού κούτσαινε, άλλα λαμποκοπούσε το προσωπάκι του. Λέω: «Κάτι γίνεται εδώ, για να λάμπει έτσι ή θεία Χάρις!». Τον ρώτησα «τι κάνεις κ.λπ.» και μού είπε τι συνέβη. Κά­ποιος, ένα θηρίο μέχρι εκεί πάνω, έβριζε τον Χριστό καί την Παναγία και το παιδί όρμησε επάνω του, για να σταματήσει. Εκείνος το έβαλε κάτω, το τσαλαπάτησε, τού σακάτεψε τα πόδια, και μετά το καημένο κούτσαινε. Ομολογητής! Τι τράβηξαν οι Ομολογητές, οι Μάρτυρες!

                – Γέροντα, μερικοί ευλαβείς νέοι δυσκολεύονται στον στρατό με αυτούς πού βρίζουν. Τι να κάνουν;

                – Θέλει διάκριση και υπομονή. Ό Θεός θα βοηθήσει. Ό ασυρματιστής πού υπηρετούσαμε μαζί στον στρατό ήταν ένας γιατρός άπιστος, βλάσφημος. Κάθε μέρα ερχόταν στην μονάδα Διοικήσεως, να μού κάνη πλύση εγκεφάλου! Μού έλεγε την θεωρία τού Δαρβίνου κ.λπ., κάτι πράγμα­τα χαμένα, βλάσφημα τελείως. Μετά όμως από κάποιο περιστατικό κατάλαβε μερικά πράγματα. Μία φορά ήμα­σταν σε μία επιχείρηση και είχαμε φορτωμένα σε ένα με­γάλο μουλάρι τον ασύρματο και το φορείο. Σε έναν κα­τήφορο, επειδή γλιστρούσε πολύ, εγώ έπιανα από την ουρά το ζώο και ό γιατρός τραβούσε το καπίστρι. Σε μία στιγμή, πώς άγγιξε το φορείο λίγο τα αυτιά τού ζώου, και δίνει μία το ζώο και με χτυπάει δυνατά με τα πισινά του πόδια· με πέταξε πέρα. Σε λίγο συνήλθα και είδα ότι περ­πατούσα! Το μόνο πού θυμόμουν ήταν ότι φώναξα «Πα­ναγία μου!». Τίποτε άλλο. Τα σημάδια από τα πέταλα τού ζώου ήταν πάνω μου. Εδώ το στήθος ήταν όλο μαύρο. Με τόση δύναμη με χτύπησε το ζώο! Τα έχασε ό γιατρός πού με είδε να περπατώ! Συνεχίσαμε τον δρόμο μας. Λίγο πιο πέρα στραβοπάτησε ό γιατρός σε μία πέτρα, έπεσε κάτω καί δεν μπορούσε να σηκωθεί να περπατήσει. Άρχι­σε να φωνάζει: «Παναγία μου, Χριστέ μου»! Σού λέει: «Τώρα όλοι θα με εγκαταλείψουν πάει, τι θα γίνω; Ποι­ος θα με βοηθήσει;». Φοβόταν μην τον πιάσουν. «Μη στε­νοχωριέσαι, τού λέω, θα καθήσω μαζί σου. Αν πιάσουν εμένα, θα πιάσουν κι εσένα». Ό καημένος μετά σκέφθη­κε: «Ό Αρσένιος ενώ τον πέταξε πέρα το ζώο, δεν έπαθε τίποτε, και εγώ λίγο στραβοπάτησα και δεν μπορώ να περπατήσω!». Σε λίγο σηκώθηκε, άλλα κούτσαινε και τον κρατούσα, για να περπατήσει. Οι άλλοι είχαν προχωρή­σει. Πήρε ένα μάθημα και συνήλθε μετά. Κάθε μέρα έλεγε κάτι βλασφημίες, καί τότε, πάνω στον κίνδυνο, φώναζε «Παναγία μου! Παναγία μου!». Τον βόλεψε ή Παναγία! Ένας άλλος, μοτοσικλετιστής ήταν στον στρατό, δύο φορές είχε σπάσει το πόδι του καί πάλι συνέχιζε να βρίζει.

                – Δεν τού λέγατε τίποτε, Γέροντα;

                – Τι να τού πω; Εδώ δεν τού έλεγα τίποτε καί εκείνος έβριζε συνεχώς τον Χριστό καί την Παναγία επίτηδες, για να με στενόχωρη. Μετά το κατάλαβα καί έκανα μό­νον ευχή. Και να δείτε, ενώ πρώτα έβριζαν καί αυτός καί οι άλλοι στα καλά καθούμενα, ύστερα, όταν δυσκολεύο­νταν σε κάτι καί πήγαιναν να βρίσουν, δάγκωναν την γλώσσα τους! Είναι καλύτερα, αν ένας βρίζει, βλασφημεί κ.λπ. καί είναι αναιδής, να κάνης ότι είσαι απασχο­λημένος καί δεν ακούς καί να λες την ευχή. Γιατί αν καταλάβει ότι τον παρακολουθείς, μπορεί να βρίζει συνέ­χεια, καί έτσι γίνεσαι αιτία να δαιμονισθεί. Όταν όμως δεν είναι αναιδής άλλα ευσυνείδητος, καί βρίζει από κακή συνήθεια, μπορείς κάτι να τού πεις. Αν πάλι είναι ευσυ­νείδητος, άλλα έχει πολύ εγωισμό, πρέπει να προσέξεις να μην τού μιλήσεις αυστηρά άλλα ταπεινά, όσο μπορείς, καί με πόνο. Τι λέει ό Άββας Ισαάκ; «Έλεγξον διά της δυνάμεως των αρετών σου τους φιλονεικοϋντας μετά σού… καί άποστόμωσον αυτούς διά της πραότητος καί της γαλήνης των χειλέων σου. Έλεγξον τους μεν ακό­λαστους διά της ενάρετου συμπεριφοράς σου, τους δε αναίσχυντους κατά τας αισθήσεις διά της συστολής των ομμάτων σου»

 

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ B΄ – ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ)

 

About the author

Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης