Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης Γέροντες της εποχής μας

­Άγιος Παΐσιος: Η αμαρτία μου ενώπιον μου εστί διαπαντός.

– Γέροντα, βοηθάει νά σημειώνη κανείς τά σφάλματα του, γιά νά μήν τά ξεχάση, μέχρι νά τά έξομολογηθή;
– Όταν έχω  πονέσει  ραγματικά γιά  ένα σφάλμα πού έκανα,   δέν μπορώ νά  τό  ξεχάσω.
Μέ ελέγχει ή συνείδηση μου, πονάει ή ψυχή μου καί τό θυμάμαι συνέχεια. Όσο διάστημα μεσολαβεί  μέχρι  νά  τό  εξομολογηθώ,   τόσο  τό  σφάλμα  δουλεύει  μέσα  μου,   κεντάει  τήν καρδιά  μου,   καί  ελέγχομαι.  Υποφέρω  δηλαδή,   άλλά  καί  ανταμείβομαι  άπό  τόν  Θεό ανάλογα. Όταν όμως κάνω ένα σφάλμα καί δέν τό ξανασκέφτωμαι, τότε τό σφάλμα δέν μέ κεντάει  καθόλου  τό  ξεχνάω  καί  μένω  αδιόρθωτος.  Γι’  αυτό  μερικοί,   ενώ  τούς  κάνεις παρατήρηση γιά  ένα σφάλμα πού έκαναν,   γελάνε,   σάν  νά  μή συμβαίνη τίποτε. Αυτό  έχει αναίδεια, αδιαφορία- είναι κάτι τελείως σατανικό. Είδες τί λέει ό Δαβίδ; ­Τήν άνομίαν μου έγώ άναγγελώ καί μεριμνήσω υπέρ της αμαρτίας μου καί ­ή αμαρτία μου ενώπιον μου έστι  διαπαντός.  Παρόλο  πού  ό  Θεός  τόν  είχε  συγχωρήσει,   εκείνος  άπό  φιλότιμο  πάλι μέσα του πονούσε, γι’ αυτό δεχόταν συνέχεια θεία παρηγοριά.
Άλλοι πάλι  χάνονται  μέ  συνεχείς  διαγνώσεις  τού  εαυτού  τους.  Σημειώνουν-σημειώνουν  σχολαστικά  τά  σφάλματα  τους,   δήθεν  γιά  νά  κάνουν  πιο  λεπτή  εργασία,   τά περνάνε άπό διυλιστήριο, ζαλίζονται, άλλά δέν διορθώνονται. Ένώ, άν πιάσουν ένα-ένα τά μεγάλα  ελαττώματα  καί  αγωνισθούν  νά  διορθωθούν  σ’  αυτά,   θά  εξαφανισθούν  και  τα μικρά.
– Γέροντα, άν κάποιος δέν ζή έν μετανοία καί δοξολογή τόν Θεό, τήν δέχεται αυτήν τήν δοξολογία ό Θεός;
– Όχι, πώς νά δεχθή αυτήν τήν δοξολογία ό Θεός; Πρώτα τού χρειάζεται μετάνοια. Γιατί, όταν παραμένη στήν αμαρτία,   σέ  τί  τόν ώφελεί νά  πή: ­Δόξα Σοι, τω δείξαντι  τό  φως…;
Αυτό έχει αναίδεια. Τό  μόνο πού ταιριάζει νά πή, είναι: Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, πού δέν ρίχνεις έναν κεραυνό νά μέ κάψης, γιατί αυτού τού είδους ή δοξολογία έχει μετάνοια.

____________________"Ακολουθείστε μας στα Social Media"____________________

About the author

Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης